Γιάννης Κολοκοτρώνης: Σχόλιο στη «Ρωγμή Φωτός» της Κατερίνας Λουκά
Οι ζωγράφοι ασχολούνται διαρκώς με το φως για να οργανώσουν τη φυσική ψευδαίσθηση του χώρου όπως ο Leonardo, για να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα όπως ο Turner και οι Ιμπρεσιονιστές, ή για να τονίσουν τη θεατρικότητα της σύνθεσης όπως ο Caravaggio. Πολύ λιγότεροι, όμως, το ζωγραφίζουν ως αυτόνομο θέμα.Το φως δεν έχει σταθερό σώμα, περίγραμμα ή υλικότητα. Γίνεται αντιληπτό μόνο μέσα από όσα αγγίζει, όσα το αντανακλούν και όσα αφήνει στη σκιά. Γι’ αυτό όσοι «τα βάζουν» μαζί του πρέπει να αναμετρηθούν ταυτόχρονα με το σκοτάδι.
Ο Mark Rothko (1903–1970), για παράδειγμα, μελέτησε το φως μέσα από μεγάλες χρωματικές περιοχές, των οποίων τα ασαφή όρια δίνουν την εντύπωση ότι το ένα πεδίο διεισδύει στο άλλο. Τα χρωματικά πεδία μοιάζουν να αιωρούνται και να ακτινοβολούν από το εσωτερικό τους. Ο Rothko ζωγράφισε φωτεινούς χώρους σιωπής και περισυλλογής.
Με διαφορετικό τρόπο, ο Pierre Soulages (1919-2022),γνωστός ως ο «ζωγράφος του μαύρου και του φωτός», ανέπτυξε από το 1979 την έννοια του outrenoir (πέραν του μαύρου), μελετώντας τις δυνατότητες του μαύρου ως φορέα φωτός. Οι μαύρες ανάγλυφες επιφάνειες απορροφούν και αντανακλούν το φως, μεταβάλλοντας διαρκώς την εικόνα ανάλογα με τη θέση του θεατή και τις συνθήκες φωτισμού. Έτσι, το σκοτάδι παύει να είναι κενό και μετατρέπεται σε μια μεταβαλλόμενη φωτεινή εμπειρία.
Με τη μετατόπιση από την επιφάνεια του μουσαμά στα περιβάλλοντα, τις εγκαταστάσεις και τη χρήση των βιομηχανικών υλικών, το φως απέκτησε υλική και χωρική υπόσταση. Ο Dan Flavin (1933–1996),εμβληματικός Αμερικανός μινιμαλιστής, τοποθέτησε στο έργο Η Διαγώνιος της 25ης Μαΐου 1963(στον Constantin Brancusi)έναν κοινό κίτρινο λαμπτήρα φθορισμού στον τοίχο, υπό γωνία 45 μοιρών.Με αυτή την απλή χειρονομία, χρησιμοποίησε το φως ως ready made υλικό και το αποδέσμευσε από την παραδοσιακή αναπαράσταση. Στις εγκαταστάσεις που ακολούθησαν, οι γραμμικές τοποθετήσεις λευκών ή έγχρωμων λαμπτήρων φθορισμούστον χώρο μετέβαλαν την αντίληψη του χώρου, του χρώματος και των ορίων της τέχνης.
Την ίδια δεκαετία, ο James Turrell (γεν. 1943) από τους επιδραστικότερους εκπροσώπους του κινήματος Light and Space,άρχισε να δημιουργεί εγκαταστάσεις και αρχιτεκτονικά περιβάλλοντα με ελεγχόμενες πηγές φωτός, χρωματικές προβολές και ανοίγματα προς τον ουρανό, καθιστώντας το φως αντικείμενο θέασης. Όπως δήλωσε με αφορμή το μνημειακό έργο Roden Crater, «δημιουργώ έργα για να φέρω ουράνια σώματα, όπως ο ήλιος και το φεγγάρι, στους χώρους που κατοικούμε.Αντιλαμβάνομαι το φως – δημιουργώ συμβάντα που το μορφοποιούν ή το εμπεριέχουν.»[i]
Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και ο Olafur Eliasson (γεν. 1967), συνδέοντας το φως με τη σωματική εμπειρία, τα φυσικά φαινόμενα και την περιβαλλοντική συνείδηση. Στο The weather project (2003), στην Turbine Hall της Tate Modern, χρησιμοποίησε λαμπτήρες, τεχνητή ομίχλη και μια ανακλαστική οροφή για να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ενός τεράστιου εσωτερικού ήλιου.
Όμως, η ζωγραφική είναι κάτι διαφορετικό και ίσως η πιο παράδοξη αναμέτρηση με το φως αφού ο ζωγράφος δεν χρησιμοποιεί το πραγματικό φως ως υλικό αλλά καλείται να δημιουργήσει την αίσθηση της λάμψης με χρωστικές ουσίες οι οποίες, από τη φύση τους, δεν παράγουν αλλά αντανακλούν το φως. Στη ζωγραφική το φως δεν υπάρχει κυριολεκτικά. Πρέπει να γεννηθεί μέσα από τις αντιθέσεις, τις διαβαθμίσεις του χρώματος, τη διαφάνεια των στρώσεων και την υλικότητα της πινελιάς. Η φωτεινότητα ενός σημείου εξαρτάται από το σκοτάδι που το περιβάλλει. Το φως και η σκιά δεν λειτουργούν επομένως ως αντίθετες και ανεξάρτητες δυνάμεις, αλλά ως στοιχεία που δημιουργούν το ένα το άλλο. Σε αυτήν ακριβώς την περιοχή τοποθετείται η «Ρωγμή Φωτός» της Κατερίνας Λουκά.
Η φωτεινή διαγώνιος της Λουκά δεν είναι μια πραγματική πηγή φωτός όπως ένας λαμπτήρας του Flavin ή μια εγκατάσταση του Turrell, ούτε μια φωτεινή ατμόσφαιρα όπως στον Rothko,ούτε αναδύεται από την υλικότητα του μαύρου, όπως στον Soulages. Είναι μια ζωγραφική ρωγμή που εμφανίζεται ως ακτινοβολία, σαν να γεννιέται από το εσωτερικό του σκοταδιού.
Η Ρωγμή Φωτόςτης Κατερίνας Λουκά (2026 μικτή τεχνική 100×100 cm) δεν περιγράφει το φως αλλά ζωγραφίζει το συμβάν της γέννησής του. Δεν γνωρίζουμε αν εισέρχεται στη σκοτεινή ύλη, αν ξεπηδά από το εσωτερικό της ή αν πρόκειται για το ίχνος μιας βίαιης διάνοιξης. Η ρωγμή φωτός παρουσιάζεται ως αποκάλυψη. Γίνεται το όριο ανάμεσα στην ύλη και το άυλο, στο ορατό και σ’ αυτό που αρχίζει να φανερώνεται. Έτσι, η Λουκά μετατοπίζει το ουσιαστικό ερώτημα από το «πώς μπορώ να ζωγραφίσω το φως;» στο «πώς θα το αποδώσω ως ανεξάρτητη, ακατάληπτη δύναμη;»
Η φωτεινή ρωγμή της Λουκά οδηγεί το βλέμμα στην πυκνή, σκοτεινή περιοχή της σύνθεσης. Το σκοτάδι δεν αναιρείται από το φως, ούτε το φως εξαλείφει το σκοτάδι. Αυτή η λεπτή και εύθραυστη ισορροπία των δύο στοιχείων μετατρέπει ένα αφαιρετικό συμβάν σε υπαρξιακή εικόνα. Όπως η ίδια σημειώνει, «Μέσα από τα χρώματα, τις γραμμές και τις μορφές διαμορφώνεται μια ατμόσφαιρα. Από την κίνηση και τη ροή γεννιέται μια ιστορία». Η ιστορία αυτή αποκτά σαφή υπαρξιακή διάσταση όταν η Λουκά εξηγεί: «Τα έργα μου είναι μια αναπαράσταση του φωτός και του σκότους. Το φως της ψυχής εξελίσσεται για να ξεπεράσει […] τον φόβο, την απελπισία και να βρει τη δύναμη να κινηθεί προς το φως». Η έξοδος από το σκοτάδι συνδέεται, στη σκέψη της, με την αντιμετώπιση της αβεβαιότητας και του άγχους, αλλά και με την πορεία προς την αυτογνωσία και την ελευθερία. Η «Ρωγμή Φωτός» είναι μια επίμονη δίοδος προς το άγνωστο, μια φωτεινή τομή ενέργειας. Άλλωστε, οι ρωγμές δεν είναι μόνον σημάδια φθοράς,αλλά και τα σημεία από τα οποία μπορεί να γεννηθεί το φως,οι χαραμάδες από τις οποίες η ύλη αφήνει να φανεί κάτι πέρα από την επιφάνειά της.